προαγωγή

унапредување
(πχ. των σχέσεων) унапредувањето

Грчко-македонскиот речник (Έλληνες-Μακεδονική λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • προαγωγή — leading on fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προαγωγή — η, ΝΜΑ [προάγω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού προάγω, πρόοδος, βελτίωση, ανάπτυξη («η κυβέρνηση εξετάζει τα μέτρα που θα συντελέσουν στην προαγωγή τού εκπαιδευτικού συστήματος») νεοελλ. 1. κατάληψη ανώτερης διοικητικής θέσης σε μια ιεραρχία,… …   Dictionary of Greek

  • προαγωγῇ — προαγωγῆι , προαγωγεύς masc dat sg (epic ionic) προαγωγή leading on fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προαγωγή — [проагоги] ουσ. Θ. продвижение, повышение (в должности) …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • προαγωγή — η πρόοδος, προβιβασμός, άνοδος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προαγωγαῖς — προαγωγή leading on fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προαγωγαί — προαγωγή leading on fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προαγωγήν — προαγωγή leading on fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προαγωγῶν — προαγωγή leading on fem gen pl προαγωγός leading on masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαστροπεία — (Νομ.). Σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, μ. θεωρείται κάθε πράξη που αποβλέπει στη διαφθορά της νεότητας και στην ενίσχυση της πορνείας. Οι ερμηνευτές του Ειδικού Ποινικού Δικαίου διακρίνουν τη μ. σε δυο κύριες κατηγορίες, στην απλή και στη… …   Dictionary of Greek

  • προαγωγικός — ή, ό / προαγωγικός, ή, όν, ΝΑ νεοελλ. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην προαγωγή («προαγωγικές εξετάσεις») αρχ. 1. ο επιτήδειος, ικανός στην προαγωγεία, στη μαστροπεία 2. αυτός που οδηγεί προς τα εμπρός, αυτός που συντελεί στην πρόοδο. επίρρ...… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.